enough, sufficient; in order
Ancient Greek word, found 51 times in the texts on Socratos.
Euripides, Hippolytus 278: θαυμαστὸν εἶπας, εἰ τάδ’ ἐξαρκεῖ πόσει.
Plutarch, Sertorius 13.5: … ε διὰ τῆς ὀρεινῆς, κελεύσας, ὅταν παραδῶσι τοὺς ἀσκοὺς τοῖς ἐν τῇ πόλει, τὸν ἄχρηστον ὑπεξαγαγεῖν ὄχλον, ὅπως ἐξαρκῇ τοῖς ἀμυνομένοις τὸ ποτόν.
Sophocles, Trachiniae 334: σπεύδῃς, ἐγώ τε τἄνδον ἐξαρκῆ τιθῶ.
All forms of ἐξαρκής