flowery, blooming; flowery meads
Ancient Greek word, found 58 times in the texts on Socratos.
Diogenes Laertius, Vitae philosophorum 9.7.49: … ταρτος περὶ τοῦ ἱεροῦ τοῦ ἐν Ἐφέσῳ γεγραφὼς καὶ τῆς πόλεως Σαμοθρᾴκης, πέμπτος ποιητὴς ἐπιγραμμάτων σαφὴς καὶ ἀνθηρός, ἕκτος Περγαμηνὸς ἀπὸ ῥητορικῶν λόγων 〈εὐδοκιμήσασ〉.
Euripides, Cyclops 541: καὶ μὴν λαχνῶδές τ’ οὖδας ἀνθηρᾶς χλόης . . . .
Euripides, Iphigenia in Aulis 73: Λακεδαίμονʼ, ἀνθηρὸς μὲν εἱμάτων στολῇ
All forms of ἀνθηρός