tearing, rending, mangling
Ancient Greek word, found 28 times in the texts on Socratos.
Euripides, Hecuba 656: δίαιμον ὄνυχα τιθεμένα σπαραγμοῖς.
Euripides, Bacchae 735: βακχῶν σπαραγμόν, αἳ δὲ νεμομέναις χλόην
Plutarch, Sulla 37.3: … , μετεπέμψατο τὸν ἄνθρωπον εἰς τὸ δωμάτιον καί περιστήσας τοὺς ὑπηρέτας ἐκέλευσε πνίγειν, τῇ δὲ κραυγῇ καί τῷ σπαραγμῷ τὸ ἀπόστημα ῥήξας πλῆθος αἵματος ἐξέβαλεν.
All forms of σπαραγμός