hollow; hold
Ancient Greek word, found 37 times in the texts on Socratos.
Euripides, Cyclops 399: τὸν μὲν λέβητος ἐς κύτος χαλκήλατον,
Euripides, Suppliants 1202: ἔγγραψον ὅρκους τρίποδος ἐν κοίλῳ κύτει,
Galen, De naturalibus facultatibus 1.13·4: … αὶ οὗτοι γεγόνασιν, οἱ δʼ, ὅτι σπερματικοί τινές εἰσι πόροι καὶ διὰ τοῦτο κατὰ τὸν τράχηλον αὐτῆς, οὐκ εἰς τὸ κῦτος ἐμφύονται. δείξαντες οὖν ἡμεῖς αὐτοῖς τοὺς ὡς ἀληθῶς σπερματικοὺς πόρους κατωτέρω τῶν οὐρητήρων ἐμβάλλοντας ε …
All forms of κύτος