rich in fine fruit; bearing fine fruit
Ancient Greek word, found 14 times in the texts on Socratos.
Euripides, Heracles 464: τῆς καλλικάρπου κράτος ἔχων Πελασγίας,
Euripides, Bacchae 108: μίλακι καλλικάρπῳ
Plutarch, Caius Marcius Coriolanus 3.3: … ὸν ὄντα τὸν τῆς δρυὸς στέφανον οἰόμενος ἐπὶ σωτηρίᾳ πολίτου δίδοσθαι πρεπόντως. ἔστι δὲ ἡ δρῦς τῶν μὲν ἀγρίων καλλικαρπότατον, τῶν δὲ τιθασῶν ἰσχυρότατον.